διατείχισμα

διατείχ-ισμα, ατος, τό,
A place walled off and fortified, Th.3.34; cross-wall, Id.7.60.
2 wall between two places, SIG421.46 (Thermon, iii B.C.), Plb.8.34.9: metaph., wall of partition, Luc. DMeretr.11.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διατείχισμα — place walled off and fortified neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατείχισμα — το (AM διατείχισμα) τοίχος που διαχωρίζει δύο χώρους νεοελλ. 1. εγκάρσιος τοίχος σε τάφρους για να συγκρατεί τα νερά τής βροχής αρχ. 1. οχυρωμένος τόπος 2. μέσο διαχωρισμού …   Dictionary of Greek

  • διατείχισμα — το διάφραγμα κάθετο στα χαρακώματα, για να συγκρατεί τα νερά της βροχής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διατείχισμ' — διατείχισμα , διατείχισμα place walled off and fortified neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατειχισμάτων — διατείχισμα place walled off and fortified neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατειχίσμασι — διατείχισμα place walled off and fortified neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατειχίσμασιν — διατείχισμα place walled off and fortified neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατειχίσματα — διατείχισμα place walled off and fortified neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατειχίσματι — διατείχισμα place walled off and fortified neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατειχίσματος — διατείχισμα place walled off and fortified neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Diateichisma — Reste des Diateichisma in Athen (Nähe Pnyx) Ein Diateichisma (griechisch διατείχισμα „durchlaufende Mauer“, „Trennmauer“) war im antiken Befestigungswesen der Griechen eine Mauer, die einen befestigten Ort oder eine Stadt in zwei meist etwa… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.